sea and sunset

Written by

in

Το λιμάνι ξυπνούσε αργά, τυλιγμένο σε χρώματα που έμοιαζαν βγαλμένα από όνειρο. Τα σκάφη, ακίνητα σαν να κρατούσαν την ανάσα τους, καθρεφτίζονταν στα ήρεμα νερά, ενώ οι φοίνικες στην άκρη του δρόμου χόρευαν απαλά με το πρωινό αεράκι. Ο Αντώνης περπατούσε αργά στην προκυμαία, με μια κούπα καφέ στο χέρι και σκέψεις που έμοιαζαν με ιστία—άλλες τεντωμένες, άλλες λυγισμένες. Εδώ, ανάμεσα σε μαστίγια και μνήμες, ένιωθε πως ο χρόνος δεν τον κυνηγούσε πια.

Ήταν το μέρος όπου είχε γνωρίσει τη Μαρία, ένα καλοκαίρι που μύριζε αλάτι και λεβάντα. Τώρα, χρόνια μετά, ερχόταν κάθε Σάββατο την ίδια ώρα, σαν τελετουργία. Δεν την περίμενε πια, αλλά την καλούσε σιωπηλά, μέσα από τις αντανακλάσεις και τις σκιές. Το φως απλωνόταν πάνω στα κατάρτια σαν ευλογία, και ο Αντώνης ήξερε πως, όσο υπήρχε αυτό το λιμάνι, θα υπήρχε και εκείνη—κάπου ανάμεσα στο φως και στο νερό.

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *