Sunset Silhouette

Written by

in

Καθώς ο ήλιος βυθιζόταν στον ορίζοντα, ο Αντρέας στεκόταν μόνος στην ακροθαλασσιά, με το νερό να χαϊδεύει τα πόδια του και το χέρι υψωμένο προς το φως. Δεν ήξερε αν προσπαθούσε να πιάσει τον ήλιο ή να τον αποχαιρετήσει. Ήταν μια στιγμή σιωπής, γεμάτη από όλα όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ—μια χειρονομία που έμοιαζε με προσευχή, με ανάμνηση, με υπόσχεση. Η θάλασσα αντανακλούσε τα χρώματα του ουρανού, και το σώμα του γινόταν σκιά μέσα στο χρυσό φως.

Εκείνη η στιγμή δεν ήταν απλώς ένα ηλιοβασίλεμα· ήταν το τέλος μιας εποχής. Ο Αντρέας είχε επιστρέψει σ’ εκείνη την παραλία μετά από χρόνια, κουβαλώντας μέσα του ιστορίες, απώλειες και μικρές νίκες. Το φως τον τύλιγε σαν παλιό φίλο, και η σιγή της θάλασσας του θύμιζε πως η ζωή συνεχίζεται, ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν να έχουν σταματήσει. Έμεινε εκεί μέχρι που το φως έσβησε τελείως, και μόνο τότε γύρισε να φύγει—λίγο πιο ελαφρύς, λίγο πιο ολόκληρος.

Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *